Ήταν κάποτε ένα χωριατόπαιδο που πάντοτε ονειρευόταν να γίνει μεγάλος και τρανός πολεμιστής. Από πιτσιρικάς ακόμα μυούσε τον εαυτό του στην τέχνη του πολέμου. Καθόταν με τις ώρες και κράδαινε το σπαθί του, ενώ όλα τ' άλλα παιδιά της ηλικίας του έπαιζαν ώρες ατελείωτες δίπλα στο ποτάμι τα καλοκαίρια και στους δρόμους και τα σπίτια τον υπόλοιπο χρόνο. Όλη τη μέρα γυμναζόταν και μάθαινε να χειρίζεται κάθε λογής όπλο. Τα βράδια έτρεχε στο δάσος, έφτανε μέχρι τις όχθες του ποταμού και αφού γέμιζε το στομάχι του με δροσερό νερό απ' την πηγή εκεί δίπλα, ξάπλωνε στο χώμα δίπλα στο τρεχούμενο νερό. Του άρεσε να κοιτάζει τ' αστέρια που άστραφταν στον ουρανό σαν μικροσκοπικά διαμάντια. Τους είχε βγάλει και ονόματα και κάθε βραδιά έπλαθε καινούργιες ιστορίες γι' αυτά, γεμάτες φαντασία. Ήταν μοναχικός και αυτοί ήταν οι μοναδικοί φίλοι του. Πραγματικοί φίλοι...
Πολλές φορές, το νερό του ποταμού τον νανούριζε τόσο γλυκά που τον έπαιρνε ο ύπνος και ξυπνούσε με τις πρώτες ηλιαχτίδες που χάιδευαν το πρόσωπό του. Γυρνούσε τρέχοντας σπίτι όπου τον περίμενε μια μάνα στην είσοδο με τον πλάστη στο ένα χέρι να χτυπάει την παλάμη της, μια ποδιά γεμάτη λερωματιές από μαγειρέματα και το ύφος "θα σε τσακίσω" στο πρόσωπο, ζωγραφισμένο με βαθιές χαρακιές. Τον μάλωνε, αυτός δεν μιλούσε, γελούσε κρυφά γιατί ήξερε ότι μετά από λίγο όλα θα ήταν καλά και θα τον κυνηγούσε να φάει απ' την πίτα που έβγαλε το πρωί.
Δεν ήταν μοναχοπαίδι. Τα μεσημέρια του, μετά το φαγητό τα πέρναγε με τις δύο μικρές αδερφές του. Η μία επτά και η άλλη μόλις πέντε χρονών. Του άρεσε να περνάει χρόνο μαζί τους. Εκείνες, όπως κάθε γυναίκα, τον παίδευαν. Σκαρφάλωναν πάνω του και έπαιζαν "αλογάκι", ζωγράφιζαν τα χέρια του και γέμιζαν τα ρούχα του με μπογιές. Έπαιρναν φόρα και έπεφταν πάνω του, εκείνος τις γαργαλούσε, του τραβούσαν τα μαλλιά και τον δάγκωναν και αυτός ούρλιαζε ψεύτικα απ' τον πόνο κάνοντάς τις να ξεκαρδίζονται από τα γέλια. Και όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που εξουθενωμένες θα κουλουριάζονταν στην αγκαλιά του. Η μία απ' τη μία και η άλλη απ' την άλλη. Εκείνος θα καθόταν λίγο χαζεύοντας τις και ύστερα θα τις κουβαλούσε μέχρι το κρεβάτι τους, για να πάει στην ταβέρνα να μαζέψει τον πατέρα του σπίτι για φαγητό.
Στο δρόμο συνήθως θα συναντούσε τον μεγάλο του αδερφό που γυρνούσε απ' τη δουλειά. Ήταν μαθητευόμενος του σιδερά του χωριού. Έλεγαν ότι είχε ταλέντο στο σμίλευμα των μετάλλων και μάθαινε δίπλα στον καλύτερο και πιο φημισμένο σιδερά της Σκανδιναβίας. Πασίγνωστο για τα περίφημα μέταλλα άριστης ποιότητας και τα αριστουργήματα, μοναδικά σπαθιά και τσεκούρια απαράμιλλης ομορφιάς.
Στην ταβέρνα, κάθε απόγευμα την ίδια ώρα όλοι ήταν ήδη μεθυσμένοι. Φωνές, τσουγκρίσματα, ανέκδοτα και διάσπαρτοι τσακωμοί γέμιζαν ζωή το μικρό μαγαζί στο κέντρο του χωριού. Κάπου εκεί ανάμεσα στα θεόρατα ποτήρια μπύρας βρισκόταν πάντα και ο πατέρας του, να μιλάει με τους συμπολεμιστές του ή να παίζει χαρτιά και να βάζει στοιχήματα. Πάντα προέβαλλε αντίσταση όταν του έλεγε να σηκωθεί. Του έπαιρνε τουλάχιστον μια ώρα να τον αναγκάσει να σηκωθεί και σέρνοντας να τον γυρίσει σπίτι.
Όταν πια και αυτή η αποστολή είχε έρθει εις πέρας, ερχόταν η δική του ώρα. Η ώρα της βραδινής του βόλτας. Του ραντεβού του με τους φίλους του τα αστέρια και τον απέραντο ουρανό.
Πολλές φορές, το νερό του ποταμού τον νανούριζε τόσο γλυκά που τον έπαιρνε ο ύπνος και ξυπνούσε με τις πρώτες ηλιαχτίδες που χάιδευαν το πρόσωπό του. Γυρνούσε τρέχοντας σπίτι όπου τον περίμενε μια μάνα στην είσοδο με τον πλάστη στο ένα χέρι να χτυπάει την παλάμη της, μια ποδιά γεμάτη λερωματιές από μαγειρέματα και το ύφος "θα σε τσακίσω" στο πρόσωπο, ζωγραφισμένο με βαθιές χαρακιές. Τον μάλωνε, αυτός δεν μιλούσε, γελούσε κρυφά γιατί ήξερε ότι μετά από λίγο όλα θα ήταν καλά και θα τον κυνηγούσε να φάει απ' την πίτα που έβγαλε το πρωί.
Δεν ήταν μοναχοπαίδι. Τα μεσημέρια του, μετά το φαγητό τα πέρναγε με τις δύο μικρές αδερφές του. Η μία επτά και η άλλη μόλις πέντε χρονών. Του άρεσε να περνάει χρόνο μαζί τους. Εκείνες, όπως κάθε γυναίκα, τον παίδευαν. Σκαρφάλωναν πάνω του και έπαιζαν "αλογάκι", ζωγράφιζαν τα χέρια του και γέμιζαν τα ρούχα του με μπογιές. Έπαιρναν φόρα και έπεφταν πάνω του, εκείνος τις γαργαλούσε, του τραβούσαν τα μαλλιά και τον δάγκωναν και αυτός ούρλιαζε ψεύτικα απ' τον πόνο κάνοντάς τις να ξεκαρδίζονται από τα γέλια. Και όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που εξουθενωμένες θα κουλουριάζονταν στην αγκαλιά του. Η μία απ' τη μία και η άλλη απ' την άλλη. Εκείνος θα καθόταν λίγο χαζεύοντας τις και ύστερα θα τις κουβαλούσε μέχρι το κρεβάτι τους, για να πάει στην ταβέρνα να μαζέψει τον πατέρα του σπίτι για φαγητό.
Στο δρόμο συνήθως θα συναντούσε τον μεγάλο του αδερφό που γυρνούσε απ' τη δουλειά. Ήταν μαθητευόμενος του σιδερά του χωριού. Έλεγαν ότι είχε ταλέντο στο σμίλευμα των μετάλλων και μάθαινε δίπλα στον καλύτερο και πιο φημισμένο σιδερά της Σκανδιναβίας. Πασίγνωστο για τα περίφημα μέταλλα άριστης ποιότητας και τα αριστουργήματα, μοναδικά σπαθιά και τσεκούρια απαράμιλλης ομορφιάς.
Στην ταβέρνα, κάθε απόγευμα την ίδια ώρα όλοι ήταν ήδη μεθυσμένοι. Φωνές, τσουγκρίσματα, ανέκδοτα και διάσπαρτοι τσακωμοί γέμιζαν ζωή το μικρό μαγαζί στο κέντρο του χωριού. Κάπου εκεί ανάμεσα στα θεόρατα ποτήρια μπύρας βρισκόταν πάντα και ο πατέρας του, να μιλάει με τους συμπολεμιστές του ή να παίζει χαρτιά και να βάζει στοιχήματα. Πάντα προέβαλλε αντίσταση όταν του έλεγε να σηκωθεί. Του έπαιρνε τουλάχιστον μια ώρα να τον αναγκάσει να σηκωθεί και σέρνοντας να τον γυρίσει σπίτι.
Όταν πια και αυτή η αποστολή είχε έρθει εις πέρας, ερχόταν η δική του ώρα. Η ώρα της βραδινής του βόλτας. Του ραντεβού του με τους φίλους του τα αστέρια και τον απέραντο ουρανό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου