Απόσπασμα
Κεφάλαιο 1 (συνέχεια)
-
Κοριτσάκι μ’! Ήρθες! Καλώς τν! αναφώνησε χαμογελώντας η γιαγιά
-
Καλώς ήρθ’ς κοκόνα μ’! άνοιξε τα χέρια
του προσκαλώντας με για αγκαλιά ο παππούς
Χάθηκα μέσα στη ζεστή
φωλιά των χεριών του. Είχα χρόνια να τους δω!
-
Φτου φτου φτου! Καλέ! Πώς άλλαξες εσύ!
Ψήλωσες, ομόρφ’νες, αδυνάτ’σες! Δεν τρως καλέ!
Πα πα πα!!! Δεν πειράζ’ όμως! Εδώ που’ ρθες θα δυναμώσεις! Και… τα
μαλλιά σ’…καστ’να δεν ήτανε καλέ? Πώς γίνανε έτσι! Κόκκινα τ’ς φωτιάς! Αλλά
εις’ νέα θα μου πεις! Αυτά τα μουντέρνα, αν δεν τα κάνετε εσείς οι νέοι
αυτά… ποιος θα τα κάμει! Εμείς?! Οι γριές?! Χα Χα Χα!
-
Καλέ γυναίκα! Ας’ την ’γγόνα μ’ ν’
ανασάν’λίγο! Ακόμα δεν ήρθε τη ζάλισες! Θα’ ναι κουρασμέν’!
Τα λόγια του γλυκού
μου του παππού σταμάτησαν το παραλήρημα της γιαγιάς που όση ώρα μιλούσε με
κρατούσε σφιχτά από τους ώμους. Τόσο σφιχτά που πρέπει να μου έκανε μελανιές
γιατί πονούσα! Οι γυναίκες στα χωριά είναι πολύ δυνατές! Γεροδεμένες! Ειδικά
εδώ πάνω στον Έβρο!
-
Δίκιο έχει! Τι κάμω! Έλα κόρη μ’! έλα να ’τοιμαστείς να ξαπλώσεις!
Σ’ τα χω όλα έτοιμα! Εδώ! Εδώ! Έλα! μου είπε οδηγώντας με σε ένα μικρό
δωματιάκι στα δυτικά του σπιτιού. Πολύ όμορφο…
-
Έλα ξεκ’ρασου και θα τα πούμι όλα όταν
ξυπνήσεις! Εντάξ’ κοκόνα μ’?! μου είπε ο παππούς με ένα γλυκό χαμόγελο να
φωτίζει το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο
-
Εντάξει παππού!
Και έτσι έφυγαν. Τους άκουγα ακόμα να
μαλώνουν καθώς απομακρύνονταν… Ήταν τόσο αστείοι…