"A dreamer is one who can only find his way by moonlight, and his punishment is that he sees the dawn before the rest of the world."
Oscar Wilde

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

ΒΙΒΛΙΟ 1 -Μέρος 2ο



Απόσπασμα 

Κεφάλαιο 1 (συνέχεια)


-          Κοριτσάκι μ’! Ήρθες! Καλώς τν!   αναφώνησε χαμογελώντας η γιαγιά
-          Καλώς ήρθ’ς κοκόνα μ’! άνοιξε τα χέρια του προσκαλώντας με για αγκαλιά ο παππούς
Χάθηκα μέσα στη ζεστή φωλιά των χεριών του. Είχα χρόνια να τους δω!
-          Φτου φτου φτου! Καλέ! Πώς άλλαξες εσύ! Ψήλωσες, ομόρφ’νες, αδυνάτ’σες! Δεν τρως καλέ!  Πα πα πα!!! Δεν πειράζ’ όμως! Εδώ που’ ρθες θα δυναμώσεις! Και… τα μαλλιά σ’…καστ’να δεν ήτανε καλέ? Πώς γίνανε έτσι! Κόκκινα τ’ς φωτιάς! Αλλά εις’ νέα θα μου πεις! Αυτά τα μουντέρνα, αν δεν τα κάνετε εσείς οι νέοι αυτά…  ποιος θα τα κάμει! Εμείς?! Οι γριές?! Χα Χα Χα!
-          Καλέ γυναίκα! Ας’ την ’γγόνα μ’ ν’ ανασάν’λίγο! Ακόμα δεν ήρθε τη ζάλισες! Θα’ ναι κουρασμέν’!
Τα λόγια του γλυκού μου του παππού σταμάτησαν το παραλήρημα της γιαγιάς που όση ώρα μιλούσε με κρατούσε σφιχτά από τους ώμους. Τόσο σφιχτά που πρέπει να μου έκανε μελανιές γιατί πονούσα! Οι γυναίκες στα χωριά είναι πολύ δυνατές! Γεροδεμένες! Ειδικά εδώ πάνω στον Έβρο!
-          Δίκιο έχει! Τι κάμω!  Έλα κόρη μ’! έλα να ’τοιμαστείς να ξαπλώσεις! Σ’ τα χω όλα έτοιμα! Εδώ! Εδώ! Έλα! μου είπε οδηγώντας με σε ένα μικρό δωματιάκι στα δυτικά του σπιτιού. Πολύ όμορφο…
-          Έλα ξεκ’ρασου και θα τα πούμι όλα όταν ξυπνήσεις! Εντάξ’ κοκόνα μ’?! μου είπε ο παππούς με ένα γλυκό χαμόγελο να φωτίζει το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο
-          Εντάξει παππού!
Και έτσι έφυγαν. Τους άκουγα ακόμα να μαλώνουν καθώς απομακρύνονταν… Ήταν τόσο αστείοι…
Αξιολάτρευτοι! Έκλειναν κοντά 60 χρόνια γάμου μαζί και ακόμα δεν είχαν βαρεθεί ο ένας τον άλλον. Από είκοσι χρονών παιδιά! Τους θαύμαζα!
Το δωμάτιο ήταν πολύ μικρό και απλό αλλά την ίδια στιγμή με γέμιζε. Ήταν ό,τι ακριβώς ήθελα. Ένα ντιβανάκι, ένα ξύλινο τραπέζι στη γωνία που χρησίμευε για γραφείο, ένα μικρό τζακάκι , μια φλοκάτη, παλιές φωτογραφίες στους τοίχους… Είχε και τα κουκλάκια της μαμάς μου ακόμα στη θέση τους Ήταν το δωμάτιό της. Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Είχα ήδη αφήσει το παλτό μου και τα υπόλοιπα αξεσουάρ ‘‘κατά του κρύου‘‘ στην καρέκλα του γραφείου. Κοιτούσα τώρα το ταβάνι… Συλλογιζόμουν όλα αυτά που πέρασα μέχρι λόγο πριν πάρω την απόφαση να έρθω στο χωριό. Όλα αυτά που με έκαναν να στραφώ στο Νεοχώρι, στους παππούδες μου… Μακριά απ’ την πόλη. Μακριά απ’ το σπίτι μου… Ένα δάκρυ άρχισε να κυλά στο μάγουλό μου, αλλά ήμουν πολύ αδύναμη για να το σκουπίσω… Σιγά σιγά το ένα έγινε δύο και τα δύο έγιναν λυγμοί… Είχα σκοπό να τα αφήσω όλα πίσω, να κάνω μία καινούργια αρχή και αυτό θα έκανα… Και έτσι όπως σκεφτόμουν, θυμόμουν, ένα ρίγος με διαπέρασε… Και σιγά σιγά οι σκέψεις έγιναν εικόνες… Έγιναν όνειρα..  Τόσο ζωντανά…

Δεν ήμουν σίγουρη για το πόση ώρα κοιμόμουν. Το σίγουρο είναι πως όταν ξύπνησα, δε ήταν φωτεινά έξω, όπως περίμενα. Πρέπει να είχα κλείσει πάνω από 12ωρο. Κοίταξα το ρολόι μου … οι δείκτες του έδειχναν 8 η ώρα και αν σκεφτείς ότι με πήρε ο ύπνος… θα ’ταν 5:30… κοιμόμουν για δεκατεσσερισίμιση  ώρες συνεχόμενα… αλλά ένιωθα ακόμα κουρασμένη…
Άκουγα τη γιαγιά μου να ετοιμάζει βραδινό στην κουζίνα. << Ώστε το εννοούσε όταν είπε ότι εδώ που ήρθα θα δυναμώσω>> Ο παππούς μου πρέπει να ήταν στην αυλή. Το συνήθιζε θυμάμαι απ’ όταν ήμουν μικρούλα και ερχόμουν εδώ για διακοπές. Το βράδυ, λίγο πριν το φαγητό, καθόταν στην μπροστινή αυλή, στην ξύλινη καρεκλίτσα του και κάπνιζε. Και πάντα όταν τελείωνε το τσιγάρο του, καθόταν εκεί με μοναδικό φώς, αυτό του φεγγαριού και όταν αυτό του κρυβόταν, με μία λάμπα πετρελαίου αφημένη πάνω στο τραπεζάκι να αχνοφέγγει. Και πολλές φορές τον έπιανα να παίρνει βα8ειές ανάσες, να κλείνει τα μάτια. Άλλες φορές πάλι αναστέναζε και κοίταζε προς το δάσος…
Θυμάμαι ένα βράδυ, πρέπει να ήμουν κοντά στα 10, τον είχα ρωτήσει γιατί το έκανε αυτό και εκείνος μου είχε πει <<Όσο και να γεράς’ και να ξεκουτιάν’ κοκόνα μ’, αυτό θα κάμω…>> μου είπε και άνοιξε τα χέρια του σε μία τεράστια αγκαλιά που με έκλεισε στη ζεστασιά της.
<<Ήταν κάπ’τε μια νιράιδα λεν’ οι γέρουντες του χωριού… Ήταν τόσο όμορφη που νούμιζες πως θα τυφλωνός’ν απ’ τη λάμψη της. Είχε κόκκινα, μακριά μαλλιά, κόκκινα σα τ’ς φωτιάς! Και κάτι μάτια… πράσινα σα το ζαφείρ’! Να! Σα τα δικά σ! Και ήταν γλυκιά… Τόσο π’λυ που λέγαν ότι μύριζ’ σα μέλι και σα ’νοιξιάτικα λέλουδα… Πετιμέζ’…. Αυτή η νιράιδ’ αγάπησε ένα παλικάρ’ όμορφ’ και καλό! Και αυτό τα’ν αγαπούσε πλυ. Όμως μια κακιά μάγισσα που ζους’ τότε στα μέρη μας και ζήλευε την πεντάμορφ’ νιράιδ’, την κατ’ράστηκ’ να μη μπορές’ ποτέ να είν’ με το παλικάρι. Και έτς’, ότ’ν η νιράιδ’ προσπάθης’ να το σκάσει μακριά απ’ το χουριό και το δάσος, για να ζής’ μια για πάντα μ’ αυτόν π’ αγαπούς’, η κατάρ’ της μάγισσας έπιας’ και η νιράιδ’ έγινε νερό κι άρχις’να κυλάει μέσα στου δάσους… (το ποτάμι που κυλάει στο δάσος είναι η πληγωμένη νεράιδα) Του παλικάρ’ τώρα, απ΄τη στεναχώρια του κι επειδή  δεν ήθελε να ζής’ χώρια απ’ τ’ν αγαπημέν’ τ’ , έπεσε στο ποτάμ’ και πνίγηκ’… Από τούτε λεν πώς κάθε τόσο, όταν φυσάει το βουριαδάκι, ο αγέρας φέρν’ στου χωριό τη μυρουδιά τ’ς νιράιδας… Μέλι και ανοιξιάτικ’ ανθοί…>>
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ είχα ονειρευτεί τη νεράιδα... Ήταν πραγματικά πεντάμορφη. Καθόταν πάνω σ’ ένα βράχο μέσα στο δάσος, το βράδυ.. Το φώς της πανσελήνου την έλουζε και τα κόκκινα μαλλιά της φάνταζαν σαν φλόγα , βαθυκόκκινη . Και τότε εμφανίστηκε ένας νεαρός στο βάθος του δάσους αλλά ήταν μακριά απ’ το φώς και δεν μπορούσα να τον διακρίνω καλά... Η νεράιδα σηκώθηκε και πήγε να τρέξει κοντά του και τότε, ξαφνικά έγινε νερό και έπεσε στη γη και άρχισε να κυλάει, να κυλάει γρήγορα προς τον αγαπημένο της, έτρεχε... Και τότε ξύπνησα.
Πρέπει να είχε περάσει κανένα μισάωρο όσο αφουγκραζόμουν τους ήχους του σπιτιού. Το πήρα απόφαση και σηκώθηκα. Τύλιξα μια κουβέρτα γύρω μου και πήγα στην κουζίνα. Εκεί με περίμεναν οι παππούδες μου.
-          Καλώς  τ’ν! Καλά ξυπνητούρια! Ξεκουράστηκες κοκόνα μ’?! θέλησε να μάθει ο παππούς μόλις με είδα να κάθομαι στην πόρτα και να τους χαζεύω.
-          Αμέ! Πολύ! είπα ψέμματα για να μην τους κακοκαρδίσω
-          Σίμωσ’! Σίμωσ’ να φας! μου είπε η γιαγιά σερβίροντάς μου ένα πιάτο μακαρόνια με μπόλικο κιμά και ακόμα πιο μπόλικο τυρί.


Όση ώρα τρώγαμε, έλυσα όλες τους τις απορίες και απάντησα σε όλες τους τις ερωτήσεις για όσα είχαν χάσει... ή τουλάχιστον σχεδόν σε όλες... Όταν είχαν στερέψει πιά και το φαί (τους) είχε τελειώσει, ο παππούς μου άρχισε να χασμουριέται και η γιαγιά μου μετά βίας κρατούσε τα μάτια της ανοιχτά.
-          Λοιπόν... Εγώ έχω τελειώσει και εσείς πρέπει να είσαστε κουρασμένοι
-          Εντάξ’ αγάπη μ’! Μην ανησυχείς για μας! Πάγαινε εσύ να ξεκουραστείς και θα τα πούμ’ το προυί!
-          Γιαγιά! Δεν θες να σε βοηθήσω με τα πιάτα?
-          Ουυύχι καλε! Σιγά μη σε βάλ’ να κάν’ς και φασίνα! Μετά από τόοσου ταξίδι!
-          Καλά... Καληνύχτα!
-          Καληνύχτ’! είπαν και οι δύο μαζί
Τους φίλησα, πήρα την κουβέρτα μου και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο. Πήρα την πετσέτα και τα σαμπουάν μου και πήγα για ένα μπάνιο. Αφου τελείωσα με την καθαριότητά μου, ξεκίνησα πάλι για το δωμάτιο.
Όταν μπήκα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου, βρήκα το τζάκι αναμμένο. Ο παππούς μου πρέιπει να το άναψε όσο ήμουν στο μπάνιο. Με είδε φαίνεται που τουρτούριζα στο τραπέζι και με λυπήθηκε.. Πάλι καλά που είχα και αυτόν
Πρόσεξα και κάτι άλλο όμως. Φαίνεται η κούρασή μου όταν πρωτομπήκα στο δωμάτιο, ξεγέλασε τα μάτια μου. Υπήρχε μια μπαλκονόπορτα στον απέναντι τοίχο. Μία σκούρα πράσινη , ξύλινη μπαλκονόπορτα. Άνοιξα το μαύρο, σιδερένιο μάνταλο , γυρισα το χερούλι και προχώρησα ένα βήμα. Αυτό που αντίκρισα με μάγεψε... Η πόρτα αυτή έβγαζε σε ένα μικρό κηπάκι στο πίσω μέρος του σπιτιού που περιτριγυριζόταν απ’ τα ψηλά δέντρα του δάσους λίγα μέτρα πιο μακριά Ένας ξύλινος μικροσκοπικός φράχτης το περικύκλωνε. Στη μέση του είχε μια μικρή λιμνούλα και γύρω γύρω θάμνους. Τυλίχτηκα ακόμα πιο πολύ στην κουβέρτα και βγήκα. Το φεγγάρι έφεγγε και απόψε πολύ, μεταμορφώνοντας τη λιμνούλα σε ασημένια πιατέλα... Κάθισα στο δροσερό χορτάρι και σιγά σιγά ξάπλωσα... Ήταν τόσο όμορφα.. Ένιωθα πως η γη με αγκάλιαζε και το φεγγάρι με τραβούσε κοντά του.. Το θρόισμα των φύλλων ε γαλήνευε και ο ζεστός νοτιάς μου χάιδευε το πρόσωπο... Και τότε ανασηκώθηκα... Μία γλυκειά μυρωδιά έφτασε στη μύτη μου... Μέλι και ανοιξιάτικα άνθη...


Κικιρικουυυυυυυυυυυυυυυυυ!!!!!!!!!!
Ακούστηκε η τσιρίδα του κόκορα για άλλη μία φορά. Λες και ήταν βαλτός. Έκανε τα πάντα για να με ξυπνήσει.
Το προηγούμενο βράδυ, η υγρασία δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της και να με αναγκάσει να αφήσω κατά μέρος τη μαγεία της νύχτας και να αμπαρωθώ στο ζεστό ( χάρη στο τζάκι) δωμάτιό μου, κλείνοντας καλά την μπαλκονόπορτα πίσω μου. Τυλιγμένη όπως ήμουν με την κουβέρτα, έπεσα πάνω στο κρεβάτι και ... από κεί και πέρα δεν θυμάμαι ... Φαίνεται ήμουν πιο κουρασμένη απ’ ότι φανταζόμουν... Κοιμήθηκα βαθειά, χωρίς όνειρα αυτή τη φορά... Ευτυχώς...
Μετά λοιπόν απ’ την 10η προσπάθεια του, ο κόκορας τα παράτησε! Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν θα ξανακουγόταν, παραμένοντας εντελώς ακίνητη, σηκώθηκα με μία κίνηση απ’ το κρεβάτι. Παιδικό, όμως το θεώρησα σπάσιμο στον κόκορα. Το τζάκι είχε σβήσει. Με αργές κινήσεις πήρα το νεσεσέρ  μου και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Ύστερα απ’ το απαραίτητο ντουζ κτλ. Γύρισα στο δωμάτιο, ντύθηκα και ξεκίνησα για την κουζινά.
Ο παππούς και η γιαγιά δεν ήταν εκεί. Το περίμενα. Πρέπει να είχαν ήδη πάει στο χωράφι με τους ήλιους και θα τους έπαιρνε σχεδόν όλη τη μέρα μέχρι να επιστρέψουν. Αφού ήπια το γάλα μου, αποφάσισα να πάω μία βόλτα τριγύρω, να θυμηθώ τα παλιά και να ξεσκάσω. Το σχολείο θα ξεκινούσε αύριο, οπότε είχα μία μέρα όλη δική μου.
Φορώντας το πλεκτό μου παλτό και τα συνηθισμένα γάντια-σκούφο, κασκολ, βγήκα. Έξω είχε κρύο αν και ο ήλιος προσπαθούσε να στριμωχτεί ανάμεσα στα σύννεφα και να ζεστάνει λίγο τον αέρα, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Τελικώς, άντι να κατευθυνθώ προς το χωριό αποφάσισα να προσπαθήσω να θυμηθώ το δρόμο για το ποτάμι. Είχα να πάω εκεί από μικρή και το πέρασμα που οδηγούσε στο ποτάμι ήταν κρυμμένο μέσα στο πυκνό δάσος. Μόνο οι ντόπιοι το ήξεραν αλλά και αυτοί δεν πήγαιναν σχεδόν ποτέ προς τα κεί. Εκεί λοιπόν θα μπορούσα να ηρεμήσω λίγο και να ξεφύγω.
Προσπερνώντας  τα πρώτα δέντρα άρχισα να κοιτάω τριγύρω προς αναζήτηση στοιχείων που θα με οδηγούσαν προς τα εκεί. Όσο προχωρούσα και έμπαινα πιο βαθειά μέσα στο δάσος, με μόνη συντροφιά τα πανύψηλα δέντρα με τον λεπτό κορμό και κάποια περαστικά ζωάκια τόσο πιο πολύ βυθιζόμουν  στο σκοτάδι. Βυθιζόμουν στο σκοτάδι κυριολεκτικά γιατί τα δέντρα γίνονταν πολύ πυκνά, κρύβωντας το λιγοστό λόγω της επερχόμενης κακοκαιρίας φως του ήλιου, αλλά και μεταφορικά. Στο σκοτάδι, στο κενό μέσα μου που δεν φαινόταν να μπορούσε να γεμίσει. Και τότε, για δεύτερη φορά μέσα σε τόσο λίγο χρονικό  διάστημα, οι εικόνες της τελευταίας νύχτας που ήμαστε μαζί μου «επιτέθηκαν». Το γεγονός αυτό με στοίχειωνε...


<<Ανάμνηση>>


«Καλησπέρα!» μου είπε και με πλησίασε με ένα περίεργα βιαστικό βήμα. Γελώντας, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν «ουρά» χαρούμενου σκύλου, δέχτηκα ευχάριστα το χέρι του στα μαλλιά μου και εκείνο που με άγγιζε στη μέση, κλείνωντάς με μέσα στον μόνο κόσμο που ήθελα να βρίσκομαι. Σ’ αυτόν που αυτός και εγώ είμαστε ένα. Που το μόνο πράγμα που αναπνέω είναι η μυρωδιά του. Φέρνοντας το πρόσωπό του μπροστά στο δικό μου και μετακινώντας το χέρι που μέχρι τώρα προκαλούσε ρίγη στη μέση μου, στο κεφάλι μου, ουτως ΄ςστε να με κάνει να μην μπορώ να κοιτάξω τίποτα άλλο πέρα απ’ τα υπέροχα μάτια του, που θύμιζαν καλοκαιρινό ουρανό, είπε:
« Πώς είσαι όμορφη?» και πρίν προλάβω να απαντήσω, τα χείλη του ακούμπησαν τα δικά μο, ενώνοντας τις ανάσες μας και παρασύροντάς μας σε έναν χορό αισθήσεων. Τα χέρια του άρχισαν να εξερευνούν το πρόσωπό μου που πλέον του ήταν τόσο γνωστό. Αυτό το φιλί ήταν πολύ διαφορετικό. Τον ένιωθα  να τρέμει καθώς οδηγούσε τα χέρια του πάνω στο σώμα μου... Με τραβούσε ακόμα πιο πολύ πάνω του... Με κρατούσε γερά στη ζεστή αγκαλιά του, όμως σαν να μην έφτανε αυτό με πίεζε ακόμα πιο πολύ στο σώμα του σα να ήθελε να γίνουμε ένα. Το φιλί του ήταν τόσο βαθύ, τόσο φοβισμένο και τόσο έντονο που με έκανε να τρέμω και εγώ. Φόβος και απόγνωση με κυρίευσε αφού όλα αυτά μου θύμιζαν «άντιο»...
Σιγά και απαλά, χώρισε τα χείλη του απ’ τα δικά μου χωρίς όμως να χαλαρώσει ούτε λίγο τα χέρια του. Ακουμπώντας το μέτωπό του στο δικό μου και τοποθετώντας για άλλη μια φορά στα χέρια του το πρόσωπό μου, έχοντας κλειστά τα μάτια, προσπάθησε να χαλαρώσει την ένταση του κορμιού του και να ηρεμήσει την ανάσα του, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Εγώ τον κοιτούσα με βουρκωμένα μάτια, έτοιμη να ξεσπάσω από στιγμή σε στιγμή, ψάχνοντας να βρώ ένα στοιχείο στο πανέμορφο πρόσωπό του που θα με έκανε να ησυχάσω,.. Που θα καταλάγιαζε το φόβο μου...
Ένα λεπτό πέρασε. Ένα λεπτό μονάχα. Και μου φάνηκε ολόκληρος αιώνας. Τότε άνοιξε τα μάτια του. Με κοίταξε. Με κοίταξε τόσο έντονα που ήταν σαν να προσπαθούσε να δεί μέσα μου, να ακούσει τί σκέφτομαι...
«Έλλη μου... δεν μπορώ... είναι πέρα από τις δυνάμεις μου... Πρέπει να φύγω απ’ όλα και απ’ όλους... Αν δεν φύγω τώρα θα σε πληγώσω και τότε δεν θα μπορώ να ζώ με τον εαυτό μου... Αν μείνω και σε πληγώσω, δεν θα τ’ αντέξω... Δεν είμαι αντάξιός σου... Δεν μπορώ να γίνω... Είναι αδύνατον... Σου κάνω κακό όσο είμαι εδώ... Δεν έπρεπε να τ’ αφήσω αυτό να συμβεί εξ αρχής!... Είμαι ένα κάθαρμα... Σε καταστρέφω... Το βλέπω...»
« Σταμάτα!» του είπα θέλωντας να φωνάξω αλλά το μόνο που κατάφερα να κάνω είναι να ψυθιρίσω..
«Σταμάτα...» του ξαναψιθύρισα, αυτή τη φορά στ’ αυτί , αφου τον είχα σφίξει πάνω μου.
«...να βρίζεις τον εαυτό σου... Είσαι ότι πιο τέλειο έχει συμβεί στη ζωή μου. Πριν μπείς στη ζωή μου, ήμουν ένα κορίτσι που απλά ζούσε... Απ’ τ στιγμή που σε γνώρισα όμως έγινα μία κοπέλα που πετούσε... Το αν μου κάνεις κακό και το αν θα με πληγώσεις δεν το ξέρεις! Μόνο εγώ μπορώ να το πω... Και είναι ψέμματα! Δεν με καταστρέφεις! Μου δίνεις λόγο για να ζω!»
« Δεν είναι αλήθεια αυτά που λες... Θα δεις. Θα είσαι πολύ καλύτερα χωρίς εμένα... « απάντησε, απομακρύνοντάς με όμως συνεχίζοντας να με κρατάει απ’ τους ώμους.
« Το έχω αποφασίσει... Δεν υπάρχει γυρισμός.»
Είπε και εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβα ότι το εννοούσε...
Και κρατιόμουν απ’ ατ μάτια του... Δεν ήθελα να τον αφήσω να φύγει, γιατί αν έφευγε τώρα , εγώ θα πέθαινα... Τότε τον αγκάλιασα σφιχτά, ακουμπώντας το δεξί αυτί μου στο στήθος του και νιώθωντας το πηγούνι του να «αγκαλιάζει» την κορυφή του κεφαλιού μου. Ήμουν σίγουρη πως αν έπαυα να ακούω τον χτύπο της καρδιάς του, εαν δεν ένιωθα πια τη ζεστασιά της αγκαλιάς του να με τυλίγει και την γλυκειά γνώριμη ανάσα του να χαιδεύει τα μαλλιά μου... Αυτό θα σήμαινε το τέλος. Το τέλος του ονείρου, το τέλος της ίδιας μου της ζωής. Δεν θα είχε νόημα τίποτα τότε. Ούτε  οι φίλοι μου (όσοι είχα τέλος πάντων) , ούτε η οικογένειά μου, ούτε ο ίδιος μου ο εαυτός... ΜΑ ο εαυτός μου ήταν εκείνος... Κατά κάποιον περίεργο τρόπο αισθανόμουν πως αυτός ήμουν εγώ. Δεν χωρούσε αμφιβολία πως όλα τα ζωτικά μου όργανα συνέχιζαν να λειτουργούν μόνο γι’ αυτόν. Η αναπνοή μου, η καρδιά μου, το μυαλό μου... Όλα! Δεν μου είχε μείνει και κάτι άλλο...
¨Ηταν ο πρώτος και ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο επέτρεψα στον εαυτό μου να ανοιχτεί και να τα δώσει όλα...
Η ανάσα μου άρχισε να βαραίνει και παρέσυρε και την ανάσα του άλλου μου εαυτού... Και ξαφνικά κάτι υγρο αισθάνθηκα στο μάγουλό μου να με καίει... να με τσουρουφλίζει.. Και νόμιζα ότι επιτέλους ξέσπασα, ότι επιτέλους έβγαλα από μέσα μου όλη αυτή την πίκρα που με βάραινε... Άρχισε να με κατακλύζει ένα συναίσθημα ανακούφησης, που δεν κράτησε όμως πολύ... Όταν αισθάνθηκα άλλη μία τέτοια σταγόνα να μου σιγοκαίει το μέτωπο, κατάλαβα πώς τα δάκρυα δεν ήταν δικά μου... Ήταν του «εαυτού» μου.. Έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πάνω για να διαπιστώσω αυτό που είχα ήδη καταλαβει... Τα μάτια μου συνάντησαν για άλλη μία φορά τα δικά του, αλλά αυτή τη φορά εκείνος δεν μπορούσε να με διακρίνει καλά μέσα απ’ το δικό του , βουρκωμένο βλέμμα. Τον αγκάλιασα ακόμα πιο σφιχτα... Το τέλος ήταν πλέον πάρα πολύ κοντά... Τότε ήταν που αισθάνθηκα τη ζεστή ανάσα του να πλησιάζει τα μαλλιά μου και τα ονειρεμένα χείλη του να τα φιλούν...
«Αντίο ... ζωή μου... Άντίο Έλλη... Θα σ’ αγαπάω... για πάντα..»
Εκείνη ήταν η τελευταία φορά που τον είδα... Ή μάλλον που τον ένιωσα και τον άκουσα... γιατί όταν τα χέρια του έλυσαν την αγκαλιά μας, και τον ένιωθα να απομακρύνεται, έκλεισα τα μάτια για να μην τον δω να χάνεται...
Ύστερα από λίγο, ένιωθα παγωμένη... αυτό ήταν το πρώτο σημάδι που με έκανε να καταλάβω πως είχεφύγει πραγματικά και μέσα απ’ τη ζωή μου...  Το δεύτερο ήταν τα δάκρυα που επιτέλους κυλούσαν στα μάγουλά μου, που όμως δεν με ανακούφιζαν όπως νόμιζα ότι θα έκαναν. Απλά τα ένιωθα να κυλούν ανεπαίσθητα .... Δεν ένιωθα τίποτα άλλο.. όλα ένα κενό.. Δεν μπορούσα να ακούσω πια ούτε την καρδιά μου... Τα πόδια μου άρχισαν να λυγίζουν, χωρίς εντολή... Δεν μπορούσα να σκεφτώ... Πονούσα και κρύωνα... Ακόμα και το πράσινο φούτερ και το παλτό που φορούσα δεν μπορούσαν να με ζεστάνουν... Ένιωθα το σώμα μου να δρα μόνο του... Πρέπει να κουλουριάστηκα κάπου... κάπου πολύ παγωμένα... δεν μπορούσα να καταλάβω πού βρισκόμουν... Και τότε άκουσα έναν ψίθυρο... Νόμιζα ότι πέθαινα... Νόμιζα ότι γι’ αυτό  ένιωθα έτσι...
«Ωστε έτσι είναι όταν πεθαίνει κανείς λοιπόν...» αναρωτήθηκα...
Τότε η φωνή άρχισε να γίνεται πιο καθαρή, αν και κάπως απόμακρη ακόμα... Ένιωσα κάτι να με σηκώνει απ’ το παγωμένο μέρος που βρισκόμουν... Ήταν πολύ πιο ζεστά και μαλακά, παρόλα αυτά όμως, πιο έντονα ρίγη άρχισαν να διατρέχουν το κορμί μου...
« Μείνε μαζί μου κοπέλα μου! Μείνε μαζί μου!»
«Κάνε κουράγιο! Φτάνουμε!»

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου