"A dreamer is one who can only find his way by moonlight, and his punishment is that he sees the dawn before the rest of the world."
Oscar Wilde

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

ΒΙΒΛΙΟ 1- Μέρος 4ο


ΒΙΒΛΙΟ 1- Κεφ. 2 (συνέχεια)



Το επόμενο πρωί με βρήκε με δύο τεράστιους, μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα πρησμένα μου μάτια. Όλο το βράδυ στριφογύριζα στο κρεβάτι μη μπορώντας να ξεφύγω από τους αλλεπάλληλους εφιάλτες. Αλλά ευτυχώς δεν θυμόμουν κανέναν απ’ αυτούς. Απλά ένιωθα ακόμα τον τρόμο που μου προκάλεσαν..
Κατάλοιπα αυτού του πόνου συνέχισαν να με τυραννούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Στο σχολείο, η Κλέλια ήταν μες στα κέφια. Το επικείμενο ραντεβού της με τον Δημήτρη το ίδιο βράδυ την είχε ενθουσιάσει, πράγμα όμως που δεν θα παραδεχόταν ποτέ. Εγώ απλά ευχόμουν να μην προσγειωθεί άτσαλα στην πραγματικότητα.
-          Σκεφτόμουν να βάλω το μαύρο μου φόρεμα… αλλά δεν ξέρω αν θα πρέπει να βάλω τακούνια… Δεν μου είπε πού θα πάμε οπότε δεν ξέρω…» παραληρούσε σε όλο το τελευταίο διάλειμμα η Κλέλια.
-          -Τι να σου πω… Ότι νομίζεις…» απαντούσα συνεχώς ξεφυσώντας
-          Τέλος πάντων… Θα δω…» κατέληξε στο δρόμο του γυρισμού , αφού πλέον είχε εμπεδώσει πως δεν θα άκουγε κάτι άλλο από τα χείλη μου σήμερα.
Όταν φτάσαμε στη γειτονιά μας, αποφασίσαμε, δηλαδή για την ακρίβεια η Κλέλια αποφάσισε, να μην πάμε στο καταφύγιό μας όπως κάναμε πάντα μετά το σχολείο αλλά να πάμε από τώρα στα σπίτια μας γιατί εκείνη θα έπρεπε να ξεκουραστεί λίγο, να αποφασίσει τι θα βάλει τελικά και να ετοιμαστεί. Αποχαιρετιστήκαμε και μπήκαμε στα σπίτια μας.
Το σαλόνι ήταν άδειο. Δεν υπήρχε ίχνος που να μου υπενθύμιζε την χθεσινοβραδινή εικόνα. Η μητέρα μου βρισκόταν στην κουζίνα και μαγείρευε.  Αφού την χαιρέτησα και πήρα ένα πιάτο φαγητό, κατευθύνθηκα προς το δωμάτιό μου. Ήμουν αποφασισμένος να μην σκεφτώ ούτε λεπτό το ραντεβού της Κλέλιας. Αφού έφαγα, πήρα ένα βιβλίο απ’ τη βιβλιοθήκη  και βολεύτηκα στην μεγάλη πολυθρόνα στο γραφείο. ‘’Ο Αλχημιστής’’ του Πάολο Κοέλιο.  Άνοιξα το εξώφυλλο και άρχισα να διαβάζω…
Μετά από δύο ώρες, ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα. Ήταν ο Κώστας  που γύριζε από τον καινούργιο του ψυχολόγο.
-          Καλησπέρα… τον άκουσα να λέει χαμηλόφωνα  και να κατευθύνεται  προς το σαλόνι.
Αποφάσισα να παραμείνω καθισμένος στην πολυθρόνα , σιωπηλός. Συνέχισα να διαβάζω το βιβλίο, όμως το βλέμμα μου πολύ συχνά παρακολουθούσε τους δείκτες του ρολογιού.
6… 6:30…7…7:30… 7:45… 7:50…
Σε πολύ λίγο θα συναντιόντουσαν… Και εκείνη ούτε ένα τηλέφωνο. Όσο περνούσε η ώρα και δεν είχα κανένα νέο της, ανησυχούσα όλο και πιο πολύ. Εν τω μεταξύ η ησυχία στο σπίτι ήταν εκκωφαντική. Η μητέρα μου πρέπει να έβαζε πλυντήριο.. Ο Κώστας  όμως?... Ακούμπησα τον ‘’ Αλχημιστή’’ στο μπράτσο της πολυθρόνας και σηκώθηκα. Βγήκα από το δωμάτιο. Κατευθύνθηκα προς το σαλόνι. Δεν ήταν αναμμένο το φως και δεν μπορούσα  να δω τίποτα. Έψαξα  με το χέρι μου στα τυφλά τον διακόπτη και δεν άργησα να τον βρω. Το φως πλημμύρισε το δωμάτιο..
-          ΕΕΕ!!! Ακούστηκε η βραχνιασμένη φωνή του  Κώστα, φανερά εκνευρισμένη
-          Τι κάνεις εκεί ρε μαλακισμένο? Σου είπε κανένας να ανοίξεις το φως?
Δεν χρειάστηκα πολύ για να καταλάβω πως είχε πιεί. Ο Κώστας ήταν πάντα ευγενικός. Ένας φιλήσυχος άνθρωπος που δεν θα τον άκουγες ποτέ να βρίζει άσχημα χωρίς λόγο. Μόνο όταν έπινε… Αυτό που φοβόμουν το προηγούμενο βράδυ επιβεβαιώθηκε τώρα.
-          Δεν πρέπει να πίνεις. είπα στεγνά και έσκυψα να πάρω το μπουκάλι από δίπλα του.
-          Τι κάνεις εκεί? Ας’ το κάτω! Μου φώναξε εκείνος και έκανε να μου αρπάξει το μπουκάλι απ’ τα χέρια.
Η μάχη όμως ήταν άνιση. Εκείνος αποδυναμωμένος λόγω αλκοόλ, εγώ γεμάτος δύναμη να πηγάζει από τις μνήμες του παρελθόντος.. Ήταν αναμενόμενο πως το μπουκάλι θα βρισκόταν σύντομα στα δικά μου χέρια.
-          Είσαι ανεύθυνος. Του δήλωσα με ένα επικριτικό βλέμμα και γύρισα την πλάτη μου κατευθυνόμενος προς την κουζίνα.
Δεν τον άκουσα να σηκώνεται. Το μόνο που άκουσα ήταν το «μηηηηηηη!!» της μητέρας μου που είχε ακούσει τις φωνές και είχε έρθει και είχε σταθεί στην πόρτα του σαλονιού. Έκανα ένα βήμα αριστερά και γύρισα να τον αντικρίσω. Εκείνος είχε σηκωθεί και μου ορμούσε. Ήταν αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να διεκδικήσει το ποτό του. Με το χέρι του σηκωμένο, τρέχοντας κατά πάνω μου είχε σκοπό να με χτυπήσει. Το μόνο που έκανα ήταν να του πιάσω το χέρι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που επιχειρούσε κάτι τέτοιο. Απλά την τελευταία φορά ήμουν πιο μικρός.
-          Σ’ εμένα δεν πρόκειται να ξαναπλώσεις χέρι!! Του φώναξα μέσα στο πρόσωπο και του πέταξα το χέρι.
Μου είχε γυρίσει το μυαλό. Έπρεπε να φύγω από κει μέσα , γιατί αν έμενα θα του έκανα κακό και κατ’ επέκταση θα έκανα κακό στην μάνα μου που τον αγαπούσε τόσο πολύ ακόμα και έτσι. Γι’ αυτό και έβαλα το μπουφάν μου, πήρα το κλειδί και βγήκα απ’ το σπίτι. Δεν σκεφτόμουν που πήγαινα. Απλά προχωρούσα. Περπατούσα για να ηρεμίσω. Προσπάθησα να αδειάσω το μυαλό μου από κάθε σκέψη. Απ’ την Κλέλια και το ραντεβού της, από τον αλκοολικό πατέρα μου που ξανακυλούσε.. απ’ όλα. Συγκεντρώθηκα στο περπάτημά μου. «Ένα, δύο, ένα δύο, δεξί αριστερό, δεξί αριστερό.» Συγκεντρώθηκα στον ήχο των βημάτων μου στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο.  Τουκ τουκ τουκ τουκ.
Μπιπ Μπιπ Μπιπ Μπιιιιπ
Μήνυμα.
«Εδώ όλα καλά! Μην ανησυχείς! Είναι κύριος με Κ κεφαλαίο! Είχα παρεξηγήσει! Θα σου τα πω από κοντά! Καληνύχτα broύλη μουυ!! Σμουτς»
Ήταν από την Κλέλια. Δεν της απάντησα. Δεν είχα κέφι. Συνέχισα να προχωράω, να μετράω τα βήματα μου και να ακούω τον ήχο που έκανα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας. Χωρίς να ξέρω πού με οδηγούσαν τα πόδια μου.
«Ένα, δύο, ένα, δύο…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου