"A dreamer is one who can only find his way by moonlight, and his punishment is that he sees the dawn before the rest of the world."
Oscar Wilde

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

ΒΙΒΛΙΟ 1 - Μέρος 1ο


Απόσπασμα

Κεφάλαιο 1


Αυτό το φθινόπωρο αποφάσισα να κάνω ένα τεράστιο βήμα στη ζωή μου και αυτό ήταν να πάω να μείνω στους παππούδες μου στο χωριό. Ίσως και να εμένα εκεί για όλο το χρόνο. Διένυα την τελευταία τάξη του Λυκείου. Οι επιδόσεις μου αρκετά καλές, ήξερα τις δυνατότητές μου, δεν προσπαθούσα να ξεγελάσω τον εαυτό μου. Απλά πίστευα πώς στην εξοχή, η ηρεμία του χωριού θα με βοηθούσε να περάσω ήρεμα αυτήν τη δύσκολη περίοδο της ζωής μου.
Έτσι, να’ μαι! Είχε έρθει ο Σεπτέμβρης και οι βαλίτσες μου ήταν ήδη έτοιμες, τα πράγματα μου πακεταρισμένα περίμεναν την ώρα της πολυπόθητης αναχώρησής μου. Το δωμάτιό μου είχε σχεδόν αδειάσει. Κάθισα αρκετή ώρα στη γωνία του κρεβατιού μου , ατενίζοντάς το, σχεδόν άδειο τώρα. Το δωμάτιο αυτό που με είχε φιλοξενήσει τα τελευταία 17 χρόνια… όλη μου τη ζωή… που είχε δει τα πάντα… που μέχρι πριν λίγες μέρες ήταν πλημμυρισμένο με πράγματα που μαρτυρούσαν ότι εγώ έμενα εδώ. Και τώρα…
θα το ξανάβλεπα, ένας Θεός ξέρει πότε.
<<Έλλη! Ήρθε η ώρα! Το τρένο δε θα σε περιμένει!>>
Η φωνή της μητέρας μου, που φάνηκε στην πόρτα με έβγαλε από το λήθαργο. Με βαριά καρδιά, φόρεσα το παλτό μου, το πλεκτό μου κασκόλ και το πλεκτό σκουφί μου, πήρα την τσάντα μου και φορτώθηκα στον ώμο το τελευταίο σακβουαγιάζ που είχε μείνει πίσω, αφού ο πατέρας μου είχε ήδη φορτώσει τα υπόλοιπα στο αμάξι. Στάθηκα για λίγο στην εξώπορτα. Πήρα μια βα8ιά ανάσα, έτσι ώστε να φυλάξω μέσα μου μια τελευταία δόση απ’ το άρωμα του σπιτιού μου… Ήμουν έτοιμη. Έκανα ένα βήμα, έκλεισα την πόρτα και κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο. Η οικογένεια είχε ήδη επιβιβαστεί. Ήταν απόγευμα και ο ήλιος είχε σχεδόν κρυφτεί. Η πόρτα του αυτοκινήτου έκλεισε και ξεκινήσαμε…
Παρακολουθούσα το σπίτι μου και τη γειτονιά μου να απομακρύνονται, μη θέλοντας να τα αφήσω να φύγουν. Ώσπου ήταν πλέον αδύνατον. Η εικόνα τους αποθηκεύτηκε καλά στο μυαλό μου.
<<Σύντομα!... Θα τα πούμε σύντομα… Αντίο…>> σκέφτηκα και ένας κόμπος μου έκλεισε το λαιμό.


Για πότε φτάσαμε στο σταθμό, για πότε χαιρετηθήκαμε, δεν το κατάλαβα… Ο αποχωρισμός… Άλλο πράγμα.. Η μητέρα μου προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυά της ‘φυλακισμένα‘ στις κόγχες των καταγάλανων ματιών  της και ο πατέρας μου, μου έδινε οδηγίες για τη διάρκεια του ταξιδιού, όσο και για τη διαμονή μου στο χωριό
‘‘ Να προσέχεις τις βαλίτσες σου! Δεν ξέρεις τι κλέφτες κυκλοφορούν στα τρένα! Και ψάχνουν τέτοια θύματα, κοπελίτσες, απροστάτευτες!... Και να μην ανοίγεις κουβέντες με ξένους! Είναι πολύ επικίνδυνο… ‘‘ και όλο αυτό το παραλήρημα συνοδευόταν από ενδιάμεσες διακοπές –μουρμουρητά-μονολόγους ‘‘ Δεν έπρεπε να συμφωνήσω σε αυτό. Μεγάλο λάθος.‘‘ Αυτή η κατάσταση λοιπόν επικράτησε στο σταθμό. Βουρκωμένα μάτια και ρουφήγματα μύτης, άχρηστες οδηγίες σε ένα άτομο που δεν θα το χαρακτήριζες και ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο ή εξωστρεφές ( εμένα δηλαδή ) και που σε λίγους μήνες θα ενηλικιωνόταν… και ένα βαγόνι να παρακολουθεί μαζί με τους περαστικούς το θέαμα… Ευτυχώς το τρένο δεν άργησε να σφυρίξει.
19:15 ακριβώς. Με γρήγορες κινήσεις, πήρα τις χειραποσκευές ( δηλαδή το ένα και μοναδικό σακίδιο που κατάφερα να περισώσω απ’ τα μανιασμένα χέρια του πατέρα μου που παρέδιδαν τις βαλίτσες μου) και μπήκα στο βαγόνι, σε αναζήτηση της καμπίνας μου, χωρίς φυσικά να κάνω το λάθος να κοιτάξω πίσω. Αυτό θα σήμαινε αδυναμία.
Όταν τακτοποιήθηκα στη θέση μου, το τρένο είχε ήδη ξεκινήσει. Ήμουν μόνη στην ‘‘καμπίνα‘‘ και αυτό βόλευε τον εσωστρεφή χαρακτήρα μου να ηρεμήσει. Αισθανόμουν εξουθενωμένη απ’ όλη τη διαδικασία. Όχι τόσο σωματικά, αλλά ψυχικά, συναισθηματικά. Με αυτήν την αίσθηση λοιπόν, αποφάσισα να κλείσω τα μάτια μου και να προσπαθήσω να κοιμηθώ.


Δεν κατάλαβα πόση ώρα είχε περάσει, όταν άκουσα ένα χτύπημα στην ‘‘πόρτα‘‘ . Τα μάτια μου άνοιξαν και κατάλαβα πως πρέπει να κοιμόμουν αρκετή ώρα, αφού έξω ήταν σκοτάδι. Υπεύθυνος για την αφύπνισή μου ήταν ένας νεαρός. Έμοιαζε 19άρης, με μαύρα, σγουρά μαλλιά που πλαισίωναν τα εξίσου μαύρα μάτια του. Μόλις με είδε, ένα λαμπερό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.
‘‘ Γεια! Με λένε Σταύρο! ‘‘ μου είπε και έτεινε το χέρι του για χειραψία
‘‘Γεια!‘‘ αποκρίθηκα και τον χαιρέτησα με ένα ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού
Αμέσως εκείνος άφησε το χέρι του να ‘‘πέσει‘‘ και μία έκφραση απογοήτευσης διαγράφηκε στο πρόσωπό του. Άφησε το σάκο του που έμοιαζε στρατιωτικός, και κάθισε στην ακριβώς απέναντι απ’ τη δική μου θέση, δίπλα στο παράθυρο.
Για δέκα λεπτά επικρατούσε ησυχία. Έξω ήταν τόσο όμορφα… Παρόλο που η νύχτα είχε τυλίξει για τα καλά τα πάντα, μπορούσα ακόμα να διακρίνω τα σχήματα των δέντρων που περνούσαν δίπλα μας. Και το φεγγάρι… Τι μαγικό που ήταν αυτή τη νύχτα… Λαμπερό όσο καμία άλλη φορά… με ένα ελαφρύ περίγραμμα που έμοιαζε σαν να είχε θολώσει κάποιος με την αναπνοή του το τζάμι του ουρανού και να είχε καθαρίσει μονάχα το κέντρο του φεγγαριού. Ήταν ονειρεμένα…
‘‘Δεν μιλάς πολύ  ?... η βραχνή φωνή  του συνεπιβάτη μου έσπασε τη σιωπή
Χωρίς να στρίψω το κεφάλι μου σ’ αυτόν, του απάντησα
‘‘Μάλλον…‘‘
‘‘Ουάου! Μιλάς!... Πώς μου είπες ότι σε λένε?‘‘  έκανε δήθεν ότι προσπαθούσε να θυμηθεί
‘‘ Δεν είπα‘‘ του αποκρίθηκα, λίγο απότομα μπορώ να πω
‘‘ Το ξέρω… Όμως ΘΑ πεις… οπότε, τι το κουράζεις?‘‘ είπε και το λαμπερό του χαμόγελο έκανε ξανά την εμφάνισή του.
‘‘ Έλλη‘‘ του απάντησα αναστενάζοντας
‘‘ Χάρηκα πολύ Έλλη‘ ‘ είπε εμφανώς ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα.
Η ώρα περνούσε και όσο εγώ δεν μιλούσα τόσο ο Σταύρος ξεδίπλωνε το ταλέντο του. Στην αρχή δεν παρακολουθούσα ιδιαίτερα. Προτιμούσα να συνεχίσω να ατενίζω την ασημόφωτη φύση που ‘‘κυλούσε‘‘ σαν παλιό φιλμ δίπλα μας. Πρέπει μέχρι εκείνη τη στιγμή να μου είχε διηγηθεί απ’ το ποια είναι η οικογένειά του, μέχρι τι έκανε λίγο πριν μπει στο τρένο.
‘‘ Από πού είσαι?‘‘ με ρώτησε
Τι κρίμα… Ήταν πολύ  ωραίος ο μονόλογός του τόση ώρα, Δεν απαιτούσε απαντήσεις… Πολύ καλό όμως για να κρατήσει..
‘‘ Από  Αθήνα‘‘ είπα αναστενάζοντας ενώ ο ίδιος κόμπος ξαναέκανε την εμφάνισή του στο λαιμό μου.
‘‘Εγώ  από Βόλο‘‘ μου αποκρίθηκε
‘‘ Και πού πηγαίνεις αν επιτρέπεται?‘‘ συνέχισε
‘‘ Έβρο. Στο Νεοχώρι, στους παππούδες μου‘‘
‘‘Α! Ωραία! Εγώ πηγαίνω στην Ορεστιάδα. Είναι δίπλα ξέρεις… Πάω να καταταχτώ!.. Φανταράκι… Θα είναι καλό να ξέρω πώς γνωρίζω τουλάχιστον κάποιον εκεί κοντά.‘‘ μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι²
‘‘ Καλός πολίτης‘‘ του απάντησα, αγνοώντας τα τελευταία του λόγια
Και το τρένο σταμάτησε
‘‘Όλοι οι επιβάτες παρακαλούνται να αποβιβαστούν. Τερματικός σταθμός.‘‘ ακούστηκε από τα μεγάφωνα η τσιριχτή φωνή που δήλωνε την ατάκα εξόδου μου.
‘‘ Εδώ κατεβαίνω…‘‘ είπα
‘‘ Το ξέρω! Και εγώ! ‘‘ μου αποκρίθηκε
‘‘ Πρέπει να παίρνουμε και το ίδιο Κτελ! Πάμε? ‘‘ είπε
Ο αναστεναγμός μου και το κουρασμένο- αποτρεπτικό βλέμμα μου δεν φαίνεται να τον έκαναν να πτοηθεί. Είχε ήδη φορτωθεί το σακίδιό του και  με περίμενε στην πόρτα της καμπίνας με το ίδιο τεράστιο χαμόγελο. Οπότε οι σκέψεις που μου πέρασαν απ’ το μυαλό και τα σχέδια διαφυγής από άλλη πόρτα ή έστω απ’ το παράθυρο ακυρώθηκαν. Ήμουν αναγκασμένη να τον ακολουθήσω. Αφού λοιπόν θα έπρεπε να τον ανεχτώ για κανένα 2ωρο ακόμα, σκέφτηκα να του δώσω μια ευκαιρία. Ίσως να ήμουν λίγο υπερβολική επειδή ήμουν φορτισμένη που έφυγα απ’ την προηγούμενη ζωή μου… Στο κάτω κάτω μπορεί να τον είχα αδικήσει… Μπορεί να άξιζε…


Οι επόμενες δύο ώρες τελικά δεν ήταν τόσο ενοχλητικές. Ο Σταύρος αποδείχτηκε πολύ καλό άτομο. Μπορώ να πω ότι τον συμπάθησα κιόλας. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά έχει έναν μοναδικό τρόπο να σου φτιάχνει τη διάθεση. Τόση ώρα στο τρένο δεν το είχα καταλάβει γιατί δεν πρόσεχα καθόλου τι μου έλεγε. Τώρα όμως, που καθόμασταν μαζί στο Κτελ, ο ξεκαρδιστικός, έξω καρδιά χαρακτήρας του με κέρδισε. Κάτι μου έλεγε πώς δεν θα 3εφορτωνόμουν εύκολα αυτό το τυπάκι. Ανταλλάξαμε και κινητά! Οι δρόμοι μας όμως χώρισαν όταν ήρθε η ώρα να κατέβει.
 ‘‘ Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα τελικά…‘‘ του είπα με ένα περίεργο και απροσδιόριστο αίσθημα στεναχώριας και μελαγχολίας
‘‘ Και εγώ Έλλη! Δεν θα χαθούμε! Να το ξέρεις! Έχω ένα γερό προαίσθημα ότι αυτή η συνάντηση δεν έγινε τυχαία! … ‘‘
Τι περίεργο που το είπε.. Και εγώ την ίδια αίσθηση είχα.
Φορτώθηκε το σακίδιό του και  κατέβηκε. Σε κανένα μισάωρο το πολύ θα έφτανα στο χωριό.. Είχα ακόμα λίγο χρόνο να θαυμάσω τη φύση ο ξημέρωμα. Ο τρόπος που το ντροπαλό φως του ήλιου που ξεπρόβαλε σιγά σιγά,  χάιδευε τα φύλλα και τους κορμούς των δέντρων, δημιουργούσε ένα τοπίο βγαλμένο λες μέσα από πίνακα… Θα μου έλειπαν πολύ όλοι… Ήμουν σίγουρη. Δεν είχα αρκετούς φίλους στο προηγούμενο σχολείο είναι η αλήθεια.. Στην πραγματικότητα είχα μόνο γνωστούς. Είπαμε. Δεν είμαι και πολύ εξωστρεφής. Ίσως αυτό να είναι και η άμυνά μου. Φοβάμαι να ανοιχτώ στους άλλους γιατί φοβάμαι να πληγωθώ.
Φοβάμαι. Φόβος. Κύριο χαρακτηριστικό της ζωής μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό  μου φοβάμαι. Όταν ήμουν 5 χρονών θυμάμαι ξυπνούσα το βράδυ πολύ συχνά από εφιάλτες και έκλαιγα. Οι γονείς μου με άκουγαν και ερχόντουσαν να με παρηγορήσουν. Σιγά σιγά όμως, μεγαλώνοντας, άρχισα να το ξεπερνώ μόνη μου και εκέινοι βαρέθηκαν τα νυχτερινά πηγαινέλα. Αργότερα, τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, άρχισα να φοβάμαι το σκοτάδι. Αυτό το έχω ακόμα και τώρα, απλά έχω μάθει να το ελέγχω. Τώρα, στα 17,5 χρόνια μου, κατάλαβα πως φοβάμαι να ανοιχτώ. Βέβαια δεν είναι ότι τώρα το κατάλαβα. Απλά τώρα το εμπέδωσα για τα καλά. Το καλό σ’ αυτό είναι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πληγωσεις και εσύ κάποιον… ας πούμε…
Ήρθε η ώρα να κατέβω. Οι παππούδες μου θα με περιμένουν στο σπίτι. Είναι πολύ μεγάλοι για να περιμένουν μέσα στο κρύο και την υγρασία, ξημερώματα στη στάση του Κτελ.  Το σπίτι απείχε (απ’ όσο θυμόμουν) περίπου ένα τέταρτο με τα πόδια απ’ την πλατεία που βρισκόταν και η στάση. Πήρα τις βαλίτσες μου, το σακίδιό μου και την τσάντα μου και περίμενα για λίγο μέχρι να αποχωρήσει το Κτελ και να συνηθίσει το σώμα μου στη θερμοκρασία.
Το Κτελ με ένα δυνατό γρύλισμα συνέχισε το ταξίδι του. Το χωριό τότε απλώθηκε μπροστά  στα μάτια μου, ξυπνώντας στο μυαλό μου πολλές αναμνήσεις… Να το φαρμακείο, το μπακάλικο.. Το κρεοπωλείο του κυρ Θανάση. Όλα τόσο γνώριμα! Η πλατεία με το τεράστιο δέντρο στη μέση… Ακόμα εκεί. Ακόμα το ίδιο  αγέρωχο  στήσιμο. Κάτω απ’ τη σκιά του είχε φιλοξενήσει τόσα παιδικά παιχνίδια… Το καφενείο, η ψησταριά… Άρχισα να περπατάω. Αργά αργά, έτσι ώστε και οι πιο αργοπορημένες αναμνήσεις να με προφτάσουν… Καθώς προχωρούσα, συνέχισα να θυμάμαι. Ο φούρνος της κυρά Τασίας… Τώρα έχουν ανοίξει και άλλα δύο μαγαζιά… Ένα περίπτερο και ένα μαγαζί με ρούχα. Εκσυγχρονισμός! Οι πρώτοι άνθρωποι είχαν  αρχίσει να βγαίνουν απ’ τα παλιά πέτρινα σπίτια τους. Δεν πρέπει να με θυμόταν κανένας. Είχα χρόνια να έρθω. Πρέπει να έχω αλλάξει πολύ. Και εγώ όμως, τους περισσότερους δεν τους θυμόμουν. Όταν άρχισαν να με παίρνουν χαμπάρι, ένα απορημένο βλέμμα σχηματιζόταν στα πρόσωπά τους. Πρέπει να τους φάνηκε περίεργο. Δεν με είχαν ξαναδεί ( ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν). Και όσο να ’ναι μια κοκκινομάλλα κοπέλα με μοβ σκουφάκι, γάντια, κασκόλ, παλτό, μπότες να σέρνει δυο βαλίτσες και να είναι φορτωμένη με άλλο ένα παραγεμισμένο σακίδιο, πρέπει να τους φάνηκε περίεργο 5 η ώρα το πρωί. Όταν ειδικά εκείνοι δεν έχουν συχνά επισκέπτες και οι ίδιοι είναι συνηθισμένοι στο κρύο οπότε κυκλοφορούν με ελάχιστα ρούχα και φυσικά όχι φορτωμένοι. Τους αγνόησα και συνέχισα να προχωρώ. Δεν είχα καμία όρεξη για κουβέντα. Ήμουν πτώμα και ήθελα όσο τίποτα άλλο να κοιμηθώ.
Είχα περάσει το κέντρο του χωριού και σε λίγο θα έβγαινα απ’ τα όριά του. Σε πολύ λίγο θα έπρεπε να βλέπω μπροστά μου το μικρό πέτρινο σπιτάκι της γιαγιάς και του παππού. Αυτό το ονειρεμένο γκρι σπιτάκι , με τη σκούρα μαύρη σκεπή με την καμινάδα και τον μικροσκοπικό κηπάκο του. Πάντα περιποιημένο και με το πεντακάθαρο πέτρινο δρομάκι του να σε προσκαλεί στη ζεστασιά του σπιτιού.
Και να το! Άνοιξα τη μικροσκοπική ξύλινη πόρτα του φράχτη και μπήκα. Διέσχισα το δρομάκι και έφτασα στην κεντρική πόρτα. Πήρα μια ανάσα και χτύπησα. Πέρασε ένα δευτερόλεπτο πριν ακούσω το σύρσιμο των παντοφλών του παππού μου και της γιαγιάς μου να τρέχουν (όσο ήταν δυνατόν αυτό) για να μου ανοίξουν.

15 σχόλια:

  1. ανυπονομω για το επομενο κεφαλαιο :D

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. pote 8a diavasoume tin sinexeia...einai poli endiaferon sinxaritiria

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. panemorfo mexris stigmis...ante k tin sinexeia giati anipomonoume

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πάρα πολύ ωραίο ανυπομονώ για την συνέχεια!! <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ωραίο κείμενο, εύγε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. O τρόπος για να βρεις την εσωτερική σου ηρεμία είναι να τελειώσεις ό,τι έχεις αρχίσει.
    Έτσι, κοίταξα γύρω στο σπίτι μου για να βρω όλα τα πράγματα που είχα αρχίσει και...
    δεν είχα τελειώσει. Κι' έτσι, παραμένοντας σπίτι σήμερα, από το πρωί έχω τελειώσει, ένα μπουκάλι κρασί Αγιορείτικο, ένα μπουκάλι Dewars, ένα μπουκάλι Bailey's, ένα μπουκάλι Kahlua, ένα πακέτο μπισκότα Oreos, όσα χάπια είχαν απομείνει στα κουτιά των ηρεμιστικών Prozac και Valium, το υπόλοιπο cheesecake, μερικές καραμέλες και ένα κουτί σοκολατάκια. Δεν έχετε ιδέα πόσο τρομερά καλά νοιώθω τώρα !!! Μου πέρασε και η ίωση!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. xaxaxaxaxaxaxaxaxa an e3airesw ta hremistika... xaxaxaxa pantws logiko na niw8eis kala ;) afou glitwses thn plush stomaxou xaxa kalo ;)

      Διαγραφή
  7. καλή συνέχεια!!!!!
    Σύντομα όμως εεε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όπως ξαναείπα αναμείνατε στο ακουστικό σας και παρακολουθείτε το blog.. η συνέχεια θα έρθιε πολύσ σύντομα ;) ευχαριστώ πολύ όλους για τις ευχές και χαίρομαι πολύ που σας αρέσει :)

      Διαγραφή